Η ματωμένη θάλασσα  

Πέμπτη, 02 Αυγούστου 2007


"Παντού ησυχία. Ο κόσμος κοιμάται. Μόνο το θρόισμα των φύλλων διασπά την ησυχία που και που. Μια γάτα ανεβαίνει σ’ έναν κάδο. Ψάχνει να βρει τροφή όμως το απορριμματοφόρο είχε περάσει μόλις πριν από μισή ώρα…
Η ώρα είναι τρεις το πρωί. Η Αρσινόη είναι καθισμένη στο περβάζι του παραθύρου της και παρατηρεί την κίνηση έξω. Όλα είναι τόσο ήσυχα. Τρομακτικά ήσυχα. Μόνο το ρολόι του τοίχου ακούγεται… Τικ, τακ, τικ, τακ….
Πάλι δεν μπορεί να κοιμηθεί. Περιμένει με ανυπομονησία να χαράξει η αυγή. Δεν τις μπορεί αυτές τις ατέλειωτες νύχτες. Ανοίγει το φως όμως το σβήνει αμέσως… Δεν αντέχει τη δύναμή του, τυφλώνεται. Μένει στο σκοτάδι. Εκείνη και ο εαυτός της. Μόνο τότε μπορεί να τον αντιμετωπίσει και να παραδεχθεί πράγματα που ούτε στον ίσκιο της δεν θα έλεγε…
Τον είχε αγαπήσει πολύ τελικά τον Αλέξανδρο. Δεν ήταν μια τρέλα της νεαρής της ηλικίας όπως της έλεγε τότε η μητέρα της. Αυτό όμως το κατάλαβαν δυστυχώς και οι δύο μόνο μετά τον θάνατό του…
Δυο μήνες μετά και τα σημάδια της απουσίας του είναι φανερά στην όψη της Αρσινόης. Το χαρούμενο κορίτσι με τα μπλε μάτια, το γλυκό ροζ πρόσωπο με τις χαριτωμένες καστανές μπούκλες είχε μείνει μία ψυχρή σκιά του εαυτού της. Κάθε νύχτα ο ύπνος αρνείται να της χτυπήσει την πόρτα και η μοναξιά και η θλίψη της κομματιάζουν κάθε στιγμή της μαύρης ζωής της.
Τυφλά στο σκοτάδι έψαξε την βιβλιοθήκη του δωματίου της. Στηρίχτηκε στο έπιπλο και άρχισε να ψάχνει με μανία το τετράδιο που της είχε χαρίσει, μόλις μια μέρα πριν από την μοιραία νύχτα. Λες και το ήξερε ότι κάτι θα συνέβαινε, κάτι θα γινόταν και έπρεπε να αφήσει σημάδια και αναμνήσεις πίσω του.
Το άνοιξε και από μέσα έπεσε η τελευταία τους φωτογραφία. Την είχαν τραβήξει στο σιντριβάνι της μεγάλης πλατείας. Η ώρα ήταν δύο το πρωί και μόλις της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί. Εκείνη δεν είχε αρνηθεί. Το ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Εκείνη η φωτογραφία λοιπόν τραβήχτηκε για να τους θυμίζει την ωραιότερη στιγμή της ζωής τους…
Αφού την περιεργάστηκε ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της… Πόσο θα ήθελε να είχε σταματήσει ο χρόνος εκεί … Στην καλύτερη τους στιγμή…
Την άφησε στην άκρη και άνοιξε το τετράδιο. Διάβασε αργά και νωχελικά όλους τους στίχους, τα ποιήματα, τις αφιερώσεις που της είχε γράψει ο Αλέξανδρος. Έγραφε υπέροχα και αυτό του το είχε πει χιλιάδες φορές. Πάντοτε του έλεγε ότι θα γινόταν θαυμάσιος συγγραφέας, αλλά εκείνος πάντα αρνιόταν το ταλέντο του…
Ο νους της ταξίδεψε στα παλιά, στην πρώτη τους συνάντηση στο πρώτο τους φιλί… Τα νοσταλγούσε όλα αυτά… θα έδινε και τη ζωή της για να γυρίσει τον χρόνο πίσω όμως αυτό ήταν αδύνατον…
Η γνωριμία τους ήταν σαν ένα σύγχρονο παραμύθι…. Η Αρσινόη μόλις είχε βάλει σύνδεση internet στο σπίτι της και «σέρφαρε» συνεχώς σε διάφορες ιστοσελίδες, Forum κ.τ.λ. Σ’ ένα τέτοιο Forum γνώρισε και τον Αλέξανδρο. Τα άρθρα του την είχαν συνεπάρει και την είχαν κάνει να τα διαβάζει και να τα ξαναδιαβάζει συνέχεια. Άρχισαν να στέλνουν προσωπικά μηνύματα και να αποκτούν μια παράξενη οικειότητα… Οι συνομιλίες τους μετά από καιρό ξέφυγαν τα πλαίσια του φιλικού επιπέδου…
Ομολόγησαν ο ένας στον άλλο τα αισθήματα τους… Η Αρσινόη και ο Αλέξανδρος είχαν αγαπηθεί τόσο μαγικά και απίστευτα που κανενός η φαντασία δεν θα μπορούσε να συλλάβει αυτή την εξέλιξη της κατάστασης.
Το επόμενο καλοκαίρι ο Αλέξανδρος ήρθε στο νησί που έμενε η Αρσινόη. Είχαν κλείσει το πρώτο τους ραντεβού μόλις την επόμενη μέρα από την άφιξή του. Ο Αλέξανδρος την περίμενε στην καφετέρια μισή ώρα πριν την καθορισμένη ώρα. Εκείνη ήρθε ακριβώς στην ώρα της. Τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος σηκώθηκε και έκανε το ίδιο. Την πλησίασε και την αγκάλιασε. Εκείνη τον κράταγε σφιχτά σαν να μην ήθελε να τον αποχωριστεί τώρα που τον είχε κοντά της.
Κάθισαν για μισή ώρα στην καφετέρια. Δεν μιλούσαν αν και είχαν πολλά να πουν. Τα μάτια και η γλώσσα του σώματος είναι οι καλύτεροι ερμηνευτές των συναισθημάτων τους εκείνη τη στιγμή. Χωρίς πολλές κουβέντες έφυγαν από την καφετέρια και πήγαν στο ξενοδοχείο όπου έμενε ο Αλέξανδρος. Η Αρσινόη έμεινε όλο το βράδυ μαζί του… Στην αγκαλιά του… στα φιλιά του…
Μετά από αυτή την ανάμνηση τα μάτια της Αρσινόης βούρκωσαν… Τα δάκρυα άρχισαν σιγά, σιγά να τρέχουν καυτά πάνω στα παγωμένα της μάγουλα σχηματίζοντας ρυάκια που ήταν ανακατεμένα με μαύρη μάσκαρα και μολύβι…
Η ώρα ήταν πέντε το πρωί. Ένα τραγούδι της Βίσση έπαιζε χαμηλά στο ραδιόφωνο. Τα πρώτα αυτοκίνητα άρχισαν να κυκλοφορούν στο δρόμο και η πόλη άρχισε να ξυπνάει από τον λήθαργο στον οποίο κοιμόταν όλη τη νύχτα.
Έπρεπε να κοιμηθεί όμως δεν μπορούσε. Έκλαιγε βουβά την χαμένη της αγάπη με τις αναμνήσεις τους αγκαλιά. Σήμερα θα γινόταν η δίκη. Η δίκη για την γυναίκα που της στέρησε τον μοναδικό άνθρωπο που αγάπησε πιο πολύ και από την ίδια της τη ζωή…
«Αρσινόη!! Ξύπνα παιδί μου!! Είναι 8! Πρέπει να ετοιμαστείς!». Η φωνή της μητέρας της ακούστηκε θλιμμένα έξω από την πόρτα του δωματίου της κοπέλας. Είχε εγκατασταθεί μαζί με το παιδί της μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου γιατί ήξερε πολύ απλά ότι μόνη της θα έκανε κάποια τρέλα…
Αναρωτιόταν γιατί της έλεγε να ξυπνήσει… Ήξερε πως το παιδί της δεν κοιμόταν ποτέ τα βράδια μετά τον χαμό του Αλέξανδρου. Ήξερε πως δεν ήταν καλά και ζήταγε απεγνωσμένα βοήθεια από φίλους, συγγενείς και γιατρούς. Κανείς όμως είτε δεν μπορούσε να κάνει τίποτα είτε δεν ενδιαφερόταν να κάνει κάτι. Πιο πολύ απ’ όλους ο πατέρας. Είχε παρατήσει μάνα και κόρη στο έλεος της μοίρας τους με μόνο μια απλή διατροφή. Όταν η Αρσινόη βρισκόταν μόλις ένα βήμα πριν απ’ την τρέλα με καθημερινές απόπειρες αυτοκτονίας η απάντησή του ήταν πως είχε να ασχοληθεί με πιο ενδιαφέροντα πράγματα από τις ψυχοπάθειες της κόρης του. Τέτοια ανεξήγητη κακία και μίσος… Για λόγους που κανείς ποτέ δεν έμαθε…
Η Αρσινόη κατέβηκε στην κουζίνα με την γαλάζια ρόμπα της. Τα μάτια της έλαμπαν σαν δυο ζαφείρια πάνω σ’ ένα πρόσωπο από χιόνι. Οι καστανές της μπούκλες αχτένιστες και απεριποίητες έπεφταν στους ώμους της.
Καλημέρισε την μητέρα της και έκατσε στο τραπέζι. Στα πόδια της ανέβηκε ο γάτος της που γουργούριζε με όλη του την δύναμη. Τον χάιδεψε απαλά ανάμεσα στ’ αυτιά και εκείνος κατάλαβε αμέσως από τον τρόπο της ότι δεν ήταν μέρα για χάδια σήμερα.
Σήκωσε την κούπα της και ήπιε δυο γουλιές καφέ. Μετά ανέβηκε πάνω. Έπρεπε να ετοιμαστεί για να βρίσκετε νωρίς στο δικαστήριο.
Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε ένα μαύρο γυναικείο κουστούμι, το αγαπημένο της. Έβγαλε μετά και το λευκό πουκάμισο με τις λεπτές γκρίζες ρίγες, καθώς και το μαύρο φουλάρι. Γδύθηκε και άρχισε να φοράει τα ρούχα της αργά, σχεδόν τελετουργικά, προσπαθώντας να νιώσει κάθε ίνα του υφάσματος να χαϊδεύει το κορμί της, σαν ένα χάδι που είχε καιρό να δεχθεί…
Αφού ντύθηκε άνοιξε το συρτάρι με τα κοσμήματά της και πήρε από μέσα μια μπλε βελούδινη κοσμηματοθήκη. Την άνοιξε και πήρε το μενταγιόν με την καρδιά από σμαράγδι που της χάρισε κάποτε ο Αλέξανδρος. Υπήρχε ακόμα η καρτούλα με την αφιέρωση:

«Στα πιο γλυκά μάτια του κόσμου χαρίζω την καρδιά μου, που τα λατρεύει, όπως η νύχτα το φεγγάρι που χώρια του δεν μπορεί…. Ούτε και εγώ μπορώ χωρίς εσένα φεγγάρι μου… Είσαι το φως που φωτίζει την ψυχή μου… Σε λατρεύω….
Αλέξανδρος…»

Και εκείνη τον λάτρευε…. Και εκείνη δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν…. Και όμως τώρα είναι χώρια του… Και αυτό την έχει κάνει κουρέλι….
Φόρεσε το μενταγιόν, τα παπούτσια της, χτένισε τα μαλλιά της, πήρε τα χαρτιά και την τσάντα της, τα κλειδιά και τα γυαλιά της και έφυγε. Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ραδιόφωνο. Η μελωδία του τραγουδιού πλημμύρισε το αυτοκίνητο και την έκανε να λυγίσει: «Σπάστε τα ραδιόφωνα, σπάστε τα μη μου θυμίζουν, πως δεν υπάρχεις στη ζωή μου πια….»
Η ώρα είναι εννέα και μισή και η Αρσινόη έφτασε στο δικαστήριο. Οι δημοσιογράφοι είχαν μαζευτεί από όλα τα κανάλια της χώρας για να καλύψουν τη δίκη της χρονιάς. Η Αρσινόη προχώρησε αρνούμενη να δώσει οποιαδήποτε δήλωση και μπήκε με γοργά βήματα μέσα στην αίθουσα που θα διεξαγόταν η δίκη. Και εκεί στο κατηγορητήριο καθόταν εκείνη η γυναίκα που της στέρησε την απόλυτη ευτυχία και τα μάτια του Αλέξανδρου. Η Σοφία.
Η δίκη ξεκίνησε με τους μάρτυρες κατηγορίας να καταθέτουν. Η εξέταση του καθενός κράταγε γύρω στα είκοσι λεπτά με μισή ώρα. Όλοι τους λίγο πολύ έλεγαν τα ίδια πράγματα: Γύρω στις έντεκα το βράδυ, μια γυναίκα με μαύρα, στην παραλία, τρεις συνεχόμενοι πυροβολισμοί και ένα ουρλιαχτό….
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν η μαρτυρία μιας μεσήλικης κυρίας που έμενε μόνη της σ’ ένα σπίτι κοντά στην παραλία και ενός άντρα που διέθετε κατάστημα με όπλα:
«Να παρουσιαστεί παρακαλώ η μάρτυς κατηγορίας κ. Αναστασία Καρυλιά.»
Μια κυρία μέσης ηλικίας γύρω στα 45 με 50, παρουσιάστηκε. Τα γκρίζα μαλλιά της ήταν πιασμένα σ’ έναν ελαφρύ κότσο και φόραγε ένα μακρύ γαλάζιο φόρεμα με λουλούδια πάνω. Ήταν ψηλή, αδύνατη και με πολύ γλυκό πρόσωπο. Ανέβηκε στο βάθρο και κοίταξε στα μάτια τον δικαστή.
«Ορκίζεστε να πείτε την αλήθεια και μόνο την αλήθεια;»
«Ορκίζομαι»
«Ωραία λοιπόν. Πώς ονομάζεστε;»
«Ονομάζομαι Αναστασία Καρυλιά του Νικόλαου και της Ελένης»
«Και είστε ετών;»
«48.»
«Ζείτε μόνη σας;»
«Μα όχι δεν ζω μόνη μου! Ζω μαζί με της γάτες μου!»
«Ο σύζυγός σας;»
«Δεν είμαι παντρεμένη. Ποτέ δεν θέλησα να παντρευτώ!»
«Ωραία λοιπόν. Ας ξεκινήσουμε. Εκείνο το Σάββατο του Σεπτέμβρη τι ακριβώς κάνατε;»
«Εκείνη τη νύχτα του Σεπτεμβρίου βρισκόμουν έξω στον κήπο μου και πότιζα τα λουλούδια μου. Τα βράδια ξέρετε είναι η καλύτερη ώρα για να ποτίζεις τα λουλούδια σου λόγω της υγρασίας η οποία συντελεί….»
«Σας παρακαλώ κυρία μου στο θέμα μας. Δεν μας ενδιαφέρει πότε είναι η καλύτερη ώρα για να ποτίζουμε τα λουλούδια μας!»
Μερικά γέλια ακούστηκαν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ο δικαστής αναγκάστηκε να χτυπήσει το κουδουνάκι για να επικρατήσει ξανά ησυχία.
«Συγγνώμη δεν θα ξαναγίνει. Λοιπόν την ώρα που πότιζα είχα μαζί και τις γατούλες μου μαζί ξέρετε! Την Μαρίτσα, τον Ρούλη την….»
«Κυρία μου σας παρακαλώ!!» Φώναξε αγανακτισμένος ο δικαστής καθώς πάλι γέλια ξέσπασαν μέσα στην αίθουσα, «μην παρεκτρέπεστε! Εάν ξαναγίνει αυτό θα αναγκαστώ να σας διώξω!»
«Λυπάμαι πολύ! Ειλικρινά δεν θα ξαναγίνει!» απάντησε η γυναίκα με απολογητικό ύφος, «Επανέρχομαι, λοιπόν. Την ώρα που πότιζα κατά τις 10 με 10.30 το βράδυ είδα μια γυναίκα με μαύρα ρούχα να περνάει στον απέναντι δρόμο. Ξεχώριζαν κάτω από τον σκούφο που φόραγε τα κοντά κόκκινα μαλλιά της με πολύ απεριποίητες μπούκλες. Το βήμα της ήταν γοργό αποφασιστικό και κράταγε μια μεγάλη μαύρη τσάντα η οποία φαινόταν υπερβολικά γεμάτη. Κατά τις 11 άκουσα λογομαχίες και φωνές από την παραλία που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι μου και ύστερα από λίγο άκουσα τρεις συνεχόμενους πυροβολισμούς και ένα ουρλιαχτό. Δέκα περίπου λεπτά μετά είδα την ίδια γυναίκα με τα μαύρα ρούχα να φεύγει από την παραλία χωρίς όμως την μαύρη τσάντα.»
Ο δικηγόρος της Αρσινόης σηκώνεται και παίρνει το λόγο:
«Κυρία Καρυλιά θα μπορούσατε να αναγνωρίσετε την τσάντα εκείνης της γυναίκας;»
«Μα φυσικά και θα μπορούσα! Πάντοτε παρατηρώ οποιαδήποτε λεπτομέρεια στα ρούχα των γυναικών!»
Ο δικηγόρος της Αρσινόης χαμογέλασε και ζήτησε από έναν αστυνομικό κάτι χαμηλόφωνα. Ύστερα από λίγο εκείνος επέστρεψε κρατώντας στα χέρια του τρεις μεγάλες τσάντες.
«Θα μπορούσατε να αναγνωρίσετε ποια από αυτές τις τσάντες ήταν της γυναίκας που είδατε;»
«Μμμ… Το πρώτο που θυμάμαι είναι ότι είχε μια μεγάλη χρυσή αγκράφα», απάντησε σκεφτική η γυναίκα, «άρα δεν είναι εκείνη η δεξιά! Επίσης το χερούλι ήταν μονό και πιο κοντό. Είναι ακριβώς σαν εκείνη στη μέση!»
Η τσάντα που υπέδειξε ήταν ίδια τσάντα που βρέθηκε πεταγμένη λίγα μέτρα μακριά από το σημείο του φόνου και ανήκε στην Σοφία…
«Σας ευχαριστώ πολύ. Δεν έχω τίποτα άλλο να σας ρωτήσω.» αποκρίθηκε ο δικηγόρος της Αρσινόης μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη.
«Κύριε συνήγορε θα θέλατε μήπως να προσθέσετε κάτι;»
«Όχι κύριε πρόεδρε ευχαριστώ…» απάντησε εκείνος συντετριμμένος έχοντας ακουμπήσει τα χέρια του στο μέτωπό του απ’ την απογοήτευση…
«Ωραία. Συνεχίζουμε. Ας προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας κ. Κωνσταντίνος Χατζηθεοδοσίου.»
Ένας άντρας γύρω στα 40 με τους κροτάφους των μαλλιών του να γκριζένουν, φορώντας ένα γκρι κουστούμι και μια μαύρη γραβάτα μπήκε στην αίθουσα. Με βλέμμα σταθερό και αργά βήματα ανέβηκε στο βάθρο.
«Ορκίζεστε να πείτε την αλήθεια και μόνο την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος;»
«Ορκίζομαι.» απάντησε με σταθερή φωνή ο άντρας.
«Ας αρχίσουμε λοιπόν. Ονομάζεστε;»
«Κωνσταντίνος Χατζηθεοδοσίου του Αγησίλαου και της Μυρτώς.»
«Και είστε ετών;»
«37.»
«Είστε παντρεμένος;»
«Ναι και έχω και δύο γιους ηλικίας 7 και 10.»
«Πολύ ωραία. Που βρισκόσασταν κύριε Χατζηθεοδοσίου την νύχτα του φόνου;»
«Βρισκόμουν στο μαγαζί μου.»
«Μέχρι τι ώρα ήσασταν εκεί;»
«Μέχρι της 9.30 το βράδυ. Ετοιμαζόμουν να κλείσω το μαγαζί ώσπου μπήκε μέσα μια παράξενη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα.»
«Πείτε μας την συζήτηση που είχατε με εκείνη τη γυναίκα, τον λόγο που ήλθε εκείνη την περασμένη ώρα στο μαγαζί σας και γενικά τι έκανε.»
«Λοιπόν. Ας αρχίσω απ’ την αρχή. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να κλείσω το μαγαζί κατά τις 9.30 το βράδυ μπήκε μέσα μια γυναίκα πολύ παράξενη. Ήταν ψηλή και φορούσε μαύρα. Κάτω από τον μαύρο σκούφο που φορούσε εξείχαν μερικές κόκκινες αχτένιστες μπούκλες. Σήκωσε το βλέμμα της και με κοίταξε: τα μάτια της ήταν μαύρα και τα φρύδια της βγαλμένα υπερβολικά λεπτά. Ήταν βαμμένη σε έντονα χρώματα και είχε με μια απίστευτη αποφασιστικότητα στο βλέμμα της. Μου είπε τον λόγο της επίσκεψής της: είχε καταθέσει κάποια χαρτιά για την αγορά περιστρόφου αστυνομικού και ήρθε να το πάρει. Την κοίταξα παραξενεμένος καθώς της έδινα το όπλο και εκείνη το πήρε με ένα περίεργο χαμόγελο στα χείλη της. Με πλήρωσε τοις μετρητοίς και έφυγε με γοργά βήματα. Κοίταζα παραξενεμένος αρκετά λεπτά την πόρτα μέχρι που έκλεισα τα φώτα κλείδωσα το μαγαζί και έφυγα.»
Η Αρσινόη επέστρεψε κατά τις εννιά το βράδυ σπίτι. Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος της ενημέρωσε την μητέρα της για τα καθέκαστα. Δεν χρειάστηκε να πει πολλές κουβέντες, παρά μόνο την χαιρέτησε και ανέβηκε στο δωμάτιό της. Πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της και πληκτρολόγησε τον γνώριμο αριθμό του σπιτιού της κολλητής της.
«Ρένια; Εδώ Αρσινόη. Όλα πήγαν μια χαρά σήμερα. Πώς είναι ο μικρός; Α ωραία. Αύριο θα γυρίσει σπίτι; Υπέροχα. Τι είπε ο γιατρός; Για πόσο θα καθυστερήσει να επανέλθει στις δραστηριότητές του; Σε δυο μήνες ε; Κρίμα… Θα χάσει τους αγώνες… Αύριο είναι η κατάθεσή μου. Θα έρθεις; Ωραία θα περάσω να σε πάρω κατά τις 9 από το νοσοκομείο. Αύριο μπορεί να καταθέσει και η Σοφία. Είναι μόνο ένας μάρτυρας υπεράσπισης ο οποίος είναι ψευδομάρτυρας απ’ ότι διαπίστωσε ο Γιάννης. Λοιπόν πρέπει να κλείσω. Είμαι πολύ κουρασμένη. Καληνύχτα Ρένια μου!»
Απόψε η Αρσινόη κοιμήθηκε. Για πρώτη φορά μετά από τόσους μήνες ο ύπνος ήρθε βαρύς και την τύλιξε με τα πέπλα του χωρίς την βοήθεια κάποιου υπνωτικού χαπιού… Τα όνειρά της μπερδεμένα, δεν στάθηκαν όμως εμπόδιο στην ξεκούραση της έπειτα από τόσο καιρό σωματικής και ψυχικής εξάντλησης.
«Ας έλθει η μάρτυς κατηγορίας κ. Αρσινόη Πολυξενοπούλου.»
Η Αρσινόη ανέβηκε στο βάθρο με αποφασιστικότητα. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα σ’ ένα αυστηρό κότσο και το μαύρο κοστούμι της ήταν τόσο καλά σιδερωμένο ώστε δεν υπήρχε ίχνος τσαλακώματος πάνω του.
«Ορκίζεστε να πείτε την αλήθεια και μόνο την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος;»
«Ορκίζομαι κύριε πρόεδρε.»
«Ωραία λοιπόν. Αρχίστε.»
«Εκείνο το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου εγώ και ο Αλέξανδρος αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στην παραλία. Πολύ του άρεσε η θάλασσα… Ο ήχος των κυμάτων τον μάγευε και τον ταξίδευε σ’ έναν δικό του κόσμο γαλήνης και ηρεμίας…»
Η Αρσινόη κόμπιασε. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. Τα σκούπισε με τις άκρες των νυχιών της. Ήξερε ότι έπρεπε να κερδίσει την μάχη με τα συναισθήματά της και να συνεχίσει…
«Ζητώ συγγνώμη.» είπε προσπαθώντας να καθαρίσει τη φωνή της. «Κατά τις 10 το βράδυ βρισκόμασταν στην παραλία. Καθίσαμε αγκαλιά στην άκρη της με τα πόδια μέσα στο νερό. Κοιτάγαμε τα άστρα και ακούγαμε τον ήχο των κυμάτων. Κάναμε όνειρα για την κοινή μας ζωή. Είχαμε αποφασίσει να παντρευτούμε την προηγούμενη νύχτα…»
Της ξέφυγε ένας λυγμός. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε. «Κατά τις 11 το βράδυ ακούσαμε βήματα πίσω μας. Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε και κοίταξε την γυναίκα που ήταν πίσω μας. Ήταν η Σοφία. Τον κοίταγε μ’ ένα άγριο βλέμμα σφίγγοντας στα χέρια της ένα αστυνομικό περίστροφο.
«Σε μισώ κάθαρμα. Ποτέ δεν έπαψα να σ’ αγαπάω. Ακόμα και όταν με παράτησες για εκείνη την γυναίκα που γνώρισες σ’ εκείνο το καταραμένο Forum!! Σε μισώ και αν δεν μπορώ να σ’ έχω εγώ δεν θα σ’ έχει καμία! Πόσο μάλλον να σε παντρευτεί!!»
»Τρόμαξα στα λόγια της. Έκανα να σηκωθώ όμως ο Αλέξανδρος μ’ έσπρωξε πίσω και έχασα την ισορροπία μου. Τότε εκείνη σήκωσε το όπλο και τον χτύπησε τρεις φορές… Άρχισα να ουρλιάζω και εκείνη σαν να το είχε μετανιώσει πέταξε το όπλο απ’ τα χέρια της και έφυγε τρέχοντας. Πλησίασα τον Αλέξανδρο. Τον σκούντησα τον φίλησα τίποτα όμως… Εκείνος έφυγε αφήνοντάς με μόνη μου… Βρισκόταν εκεί ξαπλωμένος βουτηγμένος στο αίμα και η θάλασσα, μια ματωμένη θάλασσα, ξέπλενε τα ίχνη του. Και εγώ έμεινα εκεί βουτηγμένη στο αίμα και μουσκεμένη από το κλάμα και το νερό της θάλασσας να αναζητώ τον λόγο που μου στέρησε αυτή η γυναίκα τον άνθρωπο που αγάπησα όσο τίποτα στη ζωή μου…»
Η Αρσινόη δεν άντεξε. Ξέσπασε σε λυγμούς. Το ίδιο όμως έκαναν και οι ακροατές. Η Σοφία είχε σκύψει το κεφάλι της. Δεν άντεχε να σηκώσει το βλέμμα της και να αντικρίσει την Αρσινόη…
«Δεκαπέντε λεπτά διάλειμμα και μετά θα συνεχίσουμε με την εξέταση της κατηγορουμένης.»
Μετά το διάλειμμα επικράτησε σούσουρο στην αίθουσα. Η Σοφία πλησίασε και ανέβηκε διστακτικά στο βάθρο. Κοίταγε χαμηλά. Δεν άντεχε ν’ αντικρίσει τα δολοφονικά βλέμματα που της έριχναν όλοι. Ο δικηγόρος της πια είχε πειστεί: Το μόνο πράγμα που θα προσπαθούσε να κάνει θα ήταν να ελαττώσει την ποινή. Αλλά όλα παίζονταν πλέον σ’ αυτά που θα έλεγε η Σοφία.
«Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Δεν πρόκειται να αρνηθώ ότι δεν το έκανα. Έχω μάθει από παιδί να αναλαμβάνω τις ευθύνες για τις πράξεις μου. Πόσο μάλλον τώρα. Εγώ ήμουν που σκότωσα τον Αλέξανδρο. Τον σκότωσα επειδή τον ζήλευα. Τον σκότωσα επειδή τον ήθελα αποκλειστικά και μόνο δικό μου. Δεν άντεχα στην σκέψη ότι αγκαλιάζει, φιλάει και εξομολογείται τον έρωτά του σε άλλες γυναίκες. Όταν με παράτησε για την Αρσινόη τρελάθηκα. Ορκίστηκα να τον εκδικηθώ κάποια στιγμή. Τους παρακολουθούσα καιρό. Είχα αποφασίσει ότι θα έκανα κάτι τρελό. Κατάθεσα τα απαραίτητα χαρτιά για να πάρω το όπλο. Ήταν πλαστά. Τα έφτιαξε ένας φίλος μου. Έχει φύγει τώρα απ’ την Ελλάδα. Δεν γνωρίζω που είναι. Όταν πήγα στην παραλία να τους βρω άκουσα να μιλάνε για τον γάμο τους. Αυτό ήταν. Είχα πάει με σκοπό να τον τρομοκρατήσω όμως αυτό έφυγε από το μυαλό μου μέσα σε δευτερόλεπτα και εγκαταστάθηκε η σκέψη της δολοφονίας του. Λογομαχήσαμε. Και πάνω στα λόγια σήκωσα το όπλο και τον χτύπησα τρεις φορές. Η γυναίκα δίπλα του ούρλιαξε και εγώ άξαφνα συνειδητοποίησα ότι σκότωσα τον άνθρωπο που αγαπούσα τόσο πολύ. Πέταξα το όπλο και έφυγα…
»Δεν σας ζητάω να με δικαιώσετε. Μου αξίζει να πληρώσω για αυτό που έκανα. Αφαίρεσα με τα χέρια μου μια ζωή και σκότωσα την ευτυχία μιας άλλης γυναίκας για ένα δικό μου καπρίτσιο. Μου αξίζει η χειρότερη τιμωρία. Αυτά είχα να πω.»
Μόλις κατέβηκε η Σοφία από το βάθρο στην αίθουσα επικρατούσε μια τρομακτική σιωπή…
«Διακόπτεται η συνεδρίασις για ένα τέταρτο έως ότου να παρθεί η απόφαση.»
Η Αρσινόη συνάντησε την Ρένια στην καφετέρια του δικαστηρίου.
«Δεν το πιστεύω!! Το άκουσες το φίδι ρε Αρσινόη τι είπε;!»
«Την άκουσα Ρένια μου την άκουσα. Η ζήλια είναι ανθρώπινη αδυναμία αλλά για να παραδεχθείς ότι ζήλεψες και σκότωσες γι αυτό τον λόγο, θέλει τεράστια δύναμη!»
Είκοσι λεπτά αργότερα η αίθουσα είχε γεμίσει και όλοι βρίσκονταν στις θέσεις τους. Ο πρόεδρος των ενόρκων σηκώθηκε και απευθυνόμενος στον πρόεδρο του δικαστηρίου και στο κοινό είπε τα λόγια που θα όριζαν πλέον την ζωή της Σοφίας.
«Κύριε σεβαστέ πρόεδρε του δικαστηρίου σας ανακοινώνουμε ότι κρίνουμε την κατηγορουμένη Σοφία Κωνσταντινοπούλου ένοχη για την δολοφονία του Αλέξανδρου Ανδρεάδη και η ποινή είναι δις ισόβια φυλάκιση χωρίς κανένα ελαφρυντικό με τις κατηγορίες του φόνου εκ προμελέτης, της παράνομης κατοχής όπλου και της κατοχής πλαστών χαρτιών.»
«Η απόφαση των ενόρκων γίνεται δεκτή. Λύεται η συνεδρίασις.»

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε. Η Αρσινόη ύστερα από λίγο καιρό γνώρισε τον Αντώνη έναν άνθρωπο που της στάθηκε περισσότερο από καθέναν. Ειδικά όταν ένα χρόνο μετά τη δίκη η μητέρα της πέθανε από καρδιακή προσβολή. Αργότερα ανακάλυψε ότι τον αγαπούσε πολύ τον Αντώνη και ότι εκείνος συμπλήρωνε κάθε χαμένο κομμάτι της ζωής της. Της εξομολογήθηκε τον έρωτα του ευχόμενος να μην τον πετάξει έξω και τότε για πρώτη φορά είδε την Αρσινόη να χαμογελάει έπειτα απ’ τον θάνατο του Αλέξανδρου. Παντρεύτηκαν μετά από μερικούς μήνες και τώρα έχουν μια κόρη επτά χρονών πιστό αντίγραφο της μητέρας της.
«Αγάπη μου! Έλα να ρίξεις μια ματιά στις εφημερίδες!!»
Η Αρσινόη πήρε την εφημερίδα από τα χέρια του Αντώνη και διάβασε δυνατά:

«Η δολοφόνος του γιου μεγαλοβιομήχανου Αλέξανδρου Ανδρεάδη βρέθηκε νεκρή στο κελί της»

Η στυγερή δολοφόνος που καταδικάστηκε σε δις ισόβια φυλάκιση το 2006 για την δολοφονία του γιου μεγαλοβιομήχανου, βρέθηκε χτες το βράδυ νεκρή στο κελί της μ΄ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο στήθος της. Λέγεται ότι είναι αυτοκτονία όμως δεν αποκλείουν την πιθανότητα δολοφονίας. Αυτή τη στιγμή διεξάγονται ανακρίσεις για τα ακριβή αίτια.»

«Τι τράβηξε και αυτή η δύστυχη… Ελπίζω μόνο ο Θεός να συγχώρεσε τις αμαρτίες της…»
Έκοψε τη σελίδα και την τοποθέτησε στον φάκελο με όλα τα αποκόμματα από τις εφημερίδες που ασχολήθηκαν με τον θάνατο του Αλέξανδρου, με εκείνη, με την Σοφία και με την δίκη. Έκανε μια αναδρομή στο παρελθόν διαβάζοντας τους τίτλους από τα άρθρα και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Ποτέ δεν έπαψε να τον αγαπά… Ποτέ δεν τον ξέχασε... Και ποτέ δεν θα τον ξεχάσει… "


Με αυτό το διήγημα έλαβα μέρος στον 9ο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών εκπροσωπώντας το γενικό λύκειο Ιαλυσού (το Λύκειό μου) με το ψευδόνυμο Ιωάννα Ζάχου (όπως άλλωστε όριζαν οι όροι του διαγωνισμού) χωρίς βέβαια να μάθω ποτέ τι έγινε. Πριν 2 μήνες βρήκα μία φωτογραφία στο Ίντερνετ η οποία παρουσίαζε την απονομή βραβείων που έγινε στις 22 Απριλίου. Τι να πω;;;! Τόσο πολύ δεν τους άρεσε πια που δεν μπήκαν ούτε καν στον κόπο να με ενημερώσουν;

Τέλος πάντων ότι έγινε έγινε... Ευχαριστώ τα άτομα τα οποία ασχολίθηκαν με αυτό, με συμβούλεψαν και στάθηκαν δίπλα μου. Ευχαριστώ παιδιά!!

Περιμένω τα δικά σας σχόλια τώρα! :-)
Des.An.

AddThis Social Bookmark Button

Email this post


Γεια σας!  

Τετάρτη, 01 Αυγούστου 2007

Γεια σας!

Με λένε Σμάρω, είμαι από την Ρόδο και καλωσορίσατε στο blog μου! Μ' αρέσει η μουσική και το διάβασμα αλλά πιο πολύ απ' όλα μ' αρέσει να γράφω τις απόψεις μου για διάφορα θέματα (βιβλία, ταινίες, επικαιρότητα), βιώματα (είτε δικά μου, είτε των ανθρώπων γύρω μου) και ιστόριες φαντασίας. Πρόσφατα αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να αρχίσω να τα δημοσιεύω....Κάτι άλλο επίσης που μ' αρέσει πολύ να κάνω είναι να βάζω δυνατά τη μουσική και να ονειρεύομαι πράγματα και καταστάσεις τα οποία δεν υπάρχουν και ίσως να μην υπάρξουν ποτέ! Αυτό όμως μου δίνει δύναμη να μην λυγίζω στις στεναχώριες μου και όταν κάτι δεν πάει καλά τουλάχιστον θα μείνω με την ανάμνηση του ονείρου αυτού που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ!Σίγουρα θα αναρωτιέστε γιατί διάλεξα να υπογράφω σαν desolate angel. Το διάλεξα λοπόν γιατί νιώθω ότι με εκφράζει πιο πολύ από το κανονικό όνομα μου... Το desolate (που σημαίνει μοναχικός) εκφράζει την ψυχοσύνθεσή μου (πάντα μοναχική) και το ύφος αυτών που γράφω. Το angel το διάλεξα όχι γιατί είμαι ψώνιο (:p) αλλά γιατί πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι κρύβουμε μέσα μας έναν άγγελο. Είτε είναι ένας καλός λευκός άγγελος, είτε είναι ένας άγγελος ο οποίος "έπεσε" από τον ουρανό με κακή ψυχή. Εγώ λοιπόν είμαι ένας μοναχικός άγγελος με ευαισθησίες και αδυναμίες που έχω την τάση να πέφτω συχνά απ' τα σύννεφα που μ' ανεβάζουν μερικοί και να προσγειώνομαι απότομα στην καθημερινότητα. Περισσότερα για μένα δεν μπορώ να σας πω... θα βγάλετε συμπέρασμα εσείς μέσα απ' αυτά που γράφω...Ευχαριστώ για τον χρόνο σας...
Des.An.

AddThis Social Bookmark Button

Email this post


 

Design by Amanda @ Blogger Buster